V. Navarro - Το πολιτικό πλαίσιο και η παγκόσμια κατάσταση στην υγεία

Άρθρο του Vicente Navarro - Αναδημοσιεύεται από το περιοδικό Κοινωνία & Υγεία, τεύχος 3 (Απρίλιος 2007)

Bασίζεται στην εναρκτήρια ομιλία του Έκτου Ευρωπαϊκού Συνεδρίου για την Προαγωγή και Αγωγή Υγείας της Διεθνούς Ένωσης για την Προαγωγή και Αγωγή Υγείας (IUHPE-International Union for Health Promotion and Education), Περούτζια, Ιταλία, 18 Ιουνίου 2003. Η πρώτη δημοσίευση του άρθρου έγινε το 2004.

Μετάφραση: Αδάμ Σοφία. 

_________________________

Οι αναλύσεις αναφορικά με τα πιο σημαντικά ζητήματα της δημόσιας υγείας στο σημερινό κόσμο δείχνουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι ο λιμός. Σύμφωνα με μια πρόσφατη αναφορά για την υγεία των παιδιών, 10 εκ. παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο, τα περισσότερα από ασιτία και κακή διατροφή [Black, Morris & Bryce (2003), Drèze, Sen & Hussain, (1995)]. Αυτός ο αριθμός θανάτων ισοδυναμεί με αυτόν που θα προκαλούσε η έκρηξη από 25 βόμβες σαν αυτήν που έπεσε στη Χιροσίμα -και αυτό συμβαίνει χωρίς να ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος. Άλλωστε, αυτοί οι θάνατοι είναι πλέον τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής πραγματικότητας ώστε δεν εμφανίζονται στα πρωτοσέλιδα -ούτε καν στις τελευταίες σελίδες- καμιάς από τις έγκυρες εφημερίδες της Ευρώπης ή των Η.Π.Α. Εν τω μεταξύ, κάθε δύο δευτερόλεπτα, ένα παιδί πεθαίνει από πείνα.

Το παράδοξο αυτής της κατάστασης είναι ότι στον κόσμο υπάρχει αρκετή τροφή για να θρέψει πολλαπλάσιο από τον υπάρχοντα πληθυσμό. Ας μην ξεχνάμε ότι οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Η.Π.Α. πληρώνουν τους αγρότες για να μην παράγουν τροφή. Ακόμα και οι χώρες στις οποίες η πλειονότητα των ανθρώπων πεινάει έχουν επαρκή παραγωγική γη, ώστε να θρέψουν μεγαλύτερο πληθυσμό από αυτόν που τις κατοικεί. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, για παράδειγμα το Μπαγκλαντές, μια χώρα όπου η πείνα είναι ενδημική, έχει επαρκή παραγωγική γη για να καλύψει πέντε φορές τις ανάγκες σε τροφή του πληθυσμού του.  Και αυτό είναι αλήθεια για τις περισσότερες χώρες στις οποίες η πείνα είναι ενδημική.

Γιατί υπάρχει αυτή η κατάσταση;

Η αιτία γι’ αυτήν την κατάσταση πραγμάτων είναι η τεράστια συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, και πολιτισμικής εξουσίας στον κόσμο σήμερα. Η παγκόσμια τάξη- ή, καλύτερα, η παγκόσμια αταξία- χαρακτηρίζεται από μια τεράστια συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής ισχύος. Όπως είναι ευρέως γνωστό, είναι λίγες χώρες του Βορρά που ελέγχουν ή επηρεάζουν σημαντικά τους παγκόσμιους οικονομικούς, πολιτικούς, και πολιτισμικούς πόρους. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι η πρωταρχική διάκριση στο σημερινό κόσμο είναι ανάμεσα στο Βορρά και στο Νότο. Η ιδέα της διαίρεσης Βορρά-Νότου, που συνεχώς αναπαράγεται στα κείμενα των υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών, είναι λανθασμένη, ή τουλάχιστον σοβαρά ανεπαρκής. Οι Αναφορές για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη (Human Development Reports) του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Development Program-UNDP), δημοσιεύουν κάθε χρόνο στοιχεία για την κοινωνική κατάσταση των πληθυσμών στον κόσμο, αντιπαραβάλλοντας τα ποσά των χρημάτων που ξοδεύονται από ανθρώπους στο Βορρά για να φροντίσουν τα κατοικίδια ζώα τους, με τα ποσά που ξοδεύονται για να θρέψουν τα παιδιά στο Νότο. Αυτού του είδους η παρουσίαση και ανάλυση, εκτός απ’ το να κάνει τους ανθρώπους στο Βορρά να νιώθουν ένοχοι, δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι το πρόβλημα του λιμού στα παιδιά του Νότου θα μπορούσε να λυθεί αν οι άνθρωποι στο Βορρά αποταμίευαν τα χρήματα που ξοδεύουν για να ταΐσουν τα κατοικίδιά τους και τα διέθεταν στους ανθρώπους στο Νότο για να θρέψουν τα παιδιά τους. Αυτή η ανάλυση είναι αφελώς απολίτικη και εσφαλμένη. Είναι σημαντικό να τονιστεί, και πάλι, ότι το πρόβλημα του Νότου δεν είναι η έλλειψη πόρων. Ο Νότος έχει πόρους για να θρέψει πολλαπλάσιο πληθυσμό από αυτόν που τον κατοικεί.

Η διχοτομία Βορρά-Νότου αγνοεί το γεγονός ότι η κατανομή των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών πόρων είναι σημαντικά συγκεντρωμένη τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο. Ο Βορράς έχει κυρίαρχες τάξεις, ομάδες, φυλές και ένα κυρίαρχο φύλο και κυριαρχούμενες τάξεις, ομάδες, φυλές και φύλο. Το ίδιο ισχύει και για τον Νότο: υπάρχουν κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις, ομάδες, φυλές, και φύλα και εκεί. Ας μην ξεχνάμε ότι το 20 τοις εκατό των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου ζουν στο Νότο. Μπορούμε να δούμε, για παράδειγμα, ότι, ενώ οι περισσότεροι πληθυσμοί στον αραβικό κόσμο είναι εξαιρετικά φτωχοί, οι σεΐχηδες ζουν στη χλιδή.

Η παγκόσμια τάξη (ή αταξία) βασίζεται σε μια συμμαχία πρωταρχικά ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και ομάδες του Βορρά και στις κυρίαρχες τάξεις και ομάδες του Νότου εις βάρος μιας αναδιανομής των πόρων, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τα συμφέροντά τους. Οι αποδείξεις γι’ αυτό είναι καταιγιστικές (Navarro, 2002).

Πώς αναπαράγεται αυτή η κατάσταση;

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ποιό είναι το μοντέλο των παγκόσμιων επιδράσεων και στον τομέα της υγείας; Πιστεύω ότι οι αποδείξεις είναι πολύ ισχυρές: τα οικονομικά, πολιτικά και υγειονομικά καθεστώτα του Βορρά και ειδικά των Η.Π.Α. (συμπεριλαμβανομένων των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, ιδρυμάτων, και ηγετικών ακαδημαϊκών θεσμών) ασκούν τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση της κουλτούρας, της δημόσιας συζήτησης, των πρακτικών και των πολιτικών στο δυτικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών θεσμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (Π.Ο.Ε.), η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (Π.Ο.Υ.), και η Παν-Αμερικανική Οργάνωση Υγείας (Π.Α.Ο.Υ.). Οι κυρίαρχες -στους καθεστωτικούς κύκλους των αναπτυγμένων χωρών (και πάλι, ιδιαίτερα των Η.Π.Α.)- ιδεολογίες εμφανίζονται για παράδειγμα σε έγγραφα της Π.Ο.Υ., αμέσως μόλις εμφανιστούν στα κυρίαρχα αμερικανικά ιατρικά και οικονομικά επιστημονικά περιοδικά. Το τελευταίο παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι το κείμενο που αξιολογεί τα συστήματα υγείας των χωρών (Health Systems: Improving Performance),  το οποίο προετοιμάστηκε από την Π.Ο.Υ. πριν από δύο χρόνια.  Αυτό το έγγραφο είναι έντονα ιδεολογικά φορτισμένο, αναπαράγοντας την κυρίαρχη ιδεολογία που έχει επικρατήσει στις Η.Π.Α. -και σε μικρότερο βαθμό και στη Μ. Βρετανία- από τη δεκαετία του ’80. Από τη διακυβέρνηση Reagan, ο οργανωμένος ανταγωνισμός, η ιδιωτικοποίηση και η εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών υγείας αποτελούν τους όρους του παιχνιδιού στους κύκλους των πολιτικών υγείας των Η.Π.Α. (καθώς επίσης και στη Μ. Βρετανία μετά την πρωθυπουργία της Thatcher). Οι κυβερνήσεις επί των προέδρων Reagan, Bush (του πρεσβύτερου), Klinton, και νυν Bush στις Η.Π.Α. και επί των πρωθυπουργών Thatcher, Major και Blair στη Μ. Βρετανία, έχουν ασκήσει πίεση για την ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της υγείας. Αυτή η συζήτηση και η πρακτική (για παράδειγμα η χρήση των όρων «πελάτες» αντί για «ασθενείς», «αγορά υγειονομικής φροντίδας» αντί «σχεδιασμού») εμφανίστηκαν και επικράτησαν σε ιατρικούς και υγειονομικούς οργανισμούς και θεσμούς σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων του Δ.Ν.Τ., της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Π.Ο.Υ. και της Π.Α.Ο.Υ. Η εισαγωγή της λογικής της αγοράς και του κέρδους είναι της μόδας• τα εθνικά συστήματα υγείας είναι παλιομοδίτικα. Στην αναφορά της Π.Ο.Υ. για τα συστήματα υγείας, η Κολομβία (η οποία αντικατέστησε το εθνικό σύστημα υγείας της με ιδιωτική ασφάλιση υγείας καθορισμένη από τις δυνάμεις της αγοράς) κατατάσσεται στις πρώτες βαθμίδες των χωρών της Λατινικής Αμερικής, ενώ η Κούβα αποτελεί ένα από τα χειρότερα παραδείγματα. Σήμερα, ένας από τους συγγραφείς αυτής της αναφοράς -ένας πρόσφατος υποψήφιος για τη θέση του γενικού διευθυντή της Π.Ο.Υ.- προσπαθεί να εφαρμόσει ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα υγειονομικής φροντίδας τύπου HMO  στο Μεξικό, ενώ ο άλλος συγγραφέας προωθεί την ανωτερότητα του οργανωμένου ανταγωνισμού στο Κέμπριτζ της Αγγλίας. Πρόσφατα είδαμε ένα άρθρο στο Lancet στο οποίο ο ίδιος ο επικεφαλής επιμέλειας της αναφοράς της Π.Ο.Υ. (που παραιτήθηκε αηδιασμένος) κατήγγειλε την παραποίηση των δεδομένων, ώστε να τεκμηριωθούν τα συμπεράσματα που δημοσιεύονται στην αναφορά (Musgrove, 2003).

Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι ενώ ο οργανωμένος ανταγωνισμός, η ιδιωτικοποίηση και η κερδοσκοπική ιατρική είναι τα σύγχρονα δόγματα στο κατεστημένο των Η.Π.Α., δεν είναι καθόλου δημοφιλή στους δρόμους των Η.Π.Α. Η πλειοψηφία των ανθρώπων δυσανασχετούν εμφανώς με τις ασφαλιστικές εταιρίες. Κάθε μία δημοσκόπηση που γίνεται, επιβεβαιώνει αυτή την πραγματικότητα. Ενδεχομένως να έχετε δει την ταινία John Q (όνομα που στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται για να δηλώσει το «μέσο πολίτη»). Όταν ο ήρωας της ταινίας –ένας εργάτης- καταριόταν τις κερδοσκοπικές ασφαλιστικές εταιρίες στον τομέα της υγείας, το κοινό σε πολλούς κινηματογράφους των Η.Π.Α. χειροκροτούσε. Αυτοί οι άνθρωποι σαφώς θεωρούν ότι ευθύνεται το ιδιωτικό, κερδοσκοπικό σύστημα υγείας που κυριαρχείται από τις ασφαλιστικές εταιρίες για την κατάσταση των εργαζόμενων στις Η.Π.Α., όπου 44 εκ. άνθρωποι στερούνται κάθε μορφής ασφάλιση υγείας και 52 εκ. έχουν ανεπαρκή ασφάλιση. Όπως είπα και προηγουμένως, αυτό που προωθείται από τα κατεστημένα του Βορρά (και τους συμμάχους τους στο Νότο) δεν είναι το καλύτερο για το μέσο πολίτη ούτε του Βορρά ούτε του Νότου.    

Ένα ακόμα παράδειγμα: Νεοφιλελευθερισμός στον τομέα της υγείας

Μία άλλη συνέπεια του συγκεκριμένου μοντέλου επιρροών και ελέγχου είναι η μείωση των δημόσιων κοινωνικών δαπανών ως μέρος των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής (structural adjustment programs) -τα οποία προωθούνται εδώ και πολλά χρόνια από την κυβέρνηση των Η.Π.Α. και των διεθνών υπηρεσιών (του Δ.Ν.Τ. και της Παγκόσμιας Τράπεζας), στις οποίες η πρώτη (η κυβέρνηση των Η.Π.Α.) ασκεί τεράστια επιρροή. Τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής, με κοινωνικές πολιτικές λιτότητας, έχουν βλάψει σημαντικά την υποδομή των υπηρεσιών υγείας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στην πραγματικότητα, οι ίδιες πολιτικές διαρθρωτικής προσαρμογής εφαρμόζονται και από την κυβέρνηση Bush στις Η.Π.Α. ζημιώνοντας σημαντικά τον αμερικανικό λαό. Επίσης, αυτές οι πολιτικές ακολουθούνται από τις Γερμανικές, Γαλλικές και Ιταλικές κυβερνήσεις, πλήττοντας τους λαούς τους. Στις Η.Π.Α. εξάλλου έχουμε μια διοίκηση που μειώνει δραματικά τις ομοσπονδιακές δαπάνες υγείας, μεταφέροντας κονδύλια από τους υγειονομικούς και κοινωνικούς τομείς στο στρατιωτικό τομέα. Ποτέ πριν στις Η.Π.Α. δεν υπήρχαν τόσοι άνθρωποι χωρίς υγειονομική ασφάλιση. Ο δημόσιος τομέας υποβαθμίζεται ραγδαία –και όλα γίνονται, θεωρητικά, για να υπερασπίσουν τη χώρα ενάντια στην τρομοκρατία. Στην πράξη όμως αυτό γίνεται για να προωθηθούν πολιτικές σε σχέση με την τάξη, τη φυλή και το κοινωνικό φύλο που εξυπηρετούν τους σκοπούς και τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις ομάδων με συγκεκριμένη ταξική, φυλετική, έμφυλη ταυτότητα.

Επίσης, θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι σε μια εποχή όπου ακόμα και οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν τον όρο «ιμπεριαλισμός», η ίδια η διακυβέρνηση Bush και οι διανοούμενοι που την περιστοιχίζουν, περήφανα χρησιμοποιούν τον όρο. Όπως διατύπωσε πρόσφατα ο  Michael Ignatieff, Καθηγητής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και Σύμβουλος στην κυβέρνηση Bush, «Ο ιμπεριαλισμός ιστορικά είχε ένα κακό όνομα. Αλλά, ακόμα και αν είναι πολιτικά μη ορθό να το λέμε, ο ιμπεριαλισμός, ως το φορτίο των λευκών να επεκτείνουν τον πολιτισμό, είναι ακόμα αναγκαίος» (Ignatieff, 2002). Είναι πολύ απογοητευτικό ότι, ενώ για μικρό χρονικό διάστημα η Ευρωπαϊκή Ένωση φαινόταν ότι αντιτίθεται σε τέτοιες πολιτικές, τελικά εμφανίζεται να υποχωρεί, επιτρέποντας στην κυβέρνηση των Η.Π.Α. να αναπτύξει τον ηγεμονικό της ρόλο, παρελαύνοντας ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προφανώς λησμονώντας το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. δεν έχουν υπογράψει ποτέ τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών και ότι δεν εγγυώνται στους πολίτες των Η.Π.Α. ούτε το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα της πρόσβασης σε υγειονομική φροντίδα όταν υπάρχει ανάγκη. Η κυβέρνηση των Η.Π.Α. δεν έχει καμιά αξιοπιστία στον αυτο-αποκαλούμενο ρόλο της του υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και οι περισσότεροι πολίτες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των Αμερικανών, το γνωρίζουν. Η μία δημοσκόπηση μετά την άλλη στις Η.Π.Α. δείχνουν ότι κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι Αμερικανοί πολίτες και κάτοικοι θεωρούν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους, αλλά τα συμφέροντα συγκεκριμένων οικονομικών και χρηματιστικών θεσμών, οι οποίοι χρηματοδοτούν και διαμορφώνουν την πολιτική διαδικασία με τρόπο που εξυπηρετεί τους δικούς τους στόχους. Η τωρινή διοίκηση του Bush επιβεβαιώνει ότι η αντίληψη της πλειοψηφίας για την κυβέρνηση είναι ακριβής -μια αντίληψη που, σύμφωνα με πρόσφατη διεθνή δημοσκόπηση του Ιδρύματος Pew, είναι ευρέως διαδεδομένη στους λαούς και του δυτικού και του ανατολικού κόσμου.  Τα ενεργειακά, κατασκευαστικά, στρατιωτικά, ασφαλιστικά και φαρμακευτικά συμφέροντα διαμορφώνουν τις διεθνείς και εγχώριες πολιτικές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σήμερα. Παρατηρήστε την τεράστια και επιτυχή πίεση που ασκεί η κυβέρνηση των Η.Π.Α. για να υπερασπιστεί τα οικονομικά συμφέροντα της φαρμακοβιομηχανίας με τίμημα εκατομμύρια άνθρωποι στις αναπτυσσόμενες χώρες να μένουν χωρίς αγωγή, ενώ αντιμετωπίζουν θανατηφόρες ασθένειες. Είναι αλήθεια ότι ορισμένες εμπορικές συμφωνίες έχουν τελικά συναφθεί σ’ αυτό το πεδίο, αλλά έχουν αργήσει πολύ και είναι πολύ ανεπαρκείς.

Εντούτοις, ακόμα ένα παράδειγμα της επιρροής των Η.Π.Α. είναι οι πολιτικές που εξαγγέλλονται από την Π.Ο.Υ., οι οποίες μπορούν να αναγκάσουν χώρες να διαλύσουν τα εθνικά τους συστήματα υγείας, ώστε να επιτρέψουν τη λειτουργία αγοραίων υγειονομικών ασφαλιστικών εταιριών ή ιατρικο-επιχειρηματικών συμπλεγμάτων.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Π.Ο.Υ., μέσω της συνεργασίας με άλλες διεθνείς υπηρεσίες, έχει παίξει ενεργό ρόλο στην προώθηση τέτοιων πολιτικών. Η Π.Ο.Υ. έχει αυτο-υπονομευτεί σε ένα πολιτισμικό και ιδεολογικό περιβάλλον, στο οποίο η ιδιωτικοποίηση, η απορρύθμιση, η επιβολή του αγοραίου μοντέλου αποτελούν κοινές συστάσεις. Άλλο παράδειγμα είναι η πρόσφατη αναφορά, από μια ομάδα με επικεφαλής τον Jeffrey Sachs (τον ίδιο οικονομολόγο που συμβούλευσε τη Ρωσία στις πολιτικές ιδιωτικοποίησης και βασικό οικονομικό σύμβουλο στο Νταβός),  για την ανάπτυξη υπηρεσιών υγείας (Π.Ο.Υ., 2001) -μια αναφορά στην οποία άσκησε πολύ εύστοχη κριτική ο Καθηγητής Banerji, της Ινδίας, στο International Journal of Health Services (Banerji, 2002) και ο Καθηγητής Waitzkin, των Η.Π.Α., στο Lancet (Waitzkin, 2003). Στην αναφορά της Π.Ο.Υ., οι επενδύσεις στην υγεία φαίνεται να αξιολογούνται ως προς τη συνεισφορά τους στην οικονομική ανάπτυξη, αντί, όπως και θα έπρεπε, να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Στην πραγματικότητα, η ίδια η Π.Ο.Υ. έχει ιδιωτικοποιήσει πολλές από τις υπηρεσίες της. Ένα από τα πολλά παραδείγματα: η ευρωπαϊκή υπηρεσία της Π.Ο.Υ. (WHO-EURO) επέλεξε να ιδρύσει το Ερευνητικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβάθμιας Ιατρικής Φροντίδας (European Primary Health Care Study Center) στην Καταλονία της Ισπανίας, επειδή η συντηρητική περιφερειακή κυβέρνηση της Καταλονίας προσέφερε περισσότερα κονδύλια, ανταγωνιζόμενη επιτυχώς άλλες περιφερειακές κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν προσφέρει πολύ καλύτερο έργο στην ανάπτυξη περιφερειακών δημόσιων δικτύων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Δε χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η Καταλανική περιφερειακή κυβέρνηση παρουσίασε την Καταλονία ως τον καλύτερο τόπο για τη δημιουργία τέτοιου κέντρου σε αναγνώριση του «εξαίρετου» δικτύου πρωτοβάθμιας ιατρικής φροντίδας, ενώ στην πραγματικότητα το δίκτυο της Καταλονίας είναι ένα από τα χειρότερα στην Ισπανία. Αυτή η ιδιωτικοποίηση των δραστηριοτήτων της Π.Ο.Υ., με την πώληση του σήματος κατατεθέν της, δεν είναι σπάνια.      

Η κατηγορική (categorical) ενάντια στην περιεκτική (comprehensive) προσέγγιση

Ένα άλλο παράδειγμα της επιρροής των κατεστημένων του Βορρά είναι η έμφαση σε παρεμβάσεις κατηγορικού-ταξινομητικού τύπου (μια προσέγγιση εστιασμένη σε κάθε ασθένεια), οι οποίες αποδυναμώνουν την υποδομή των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών συστημάτων υγείας. Βασισμένη σε αυτήν την εμπειρία, η εξαφάνιση της ευλογιάς είναι αμφιλεγόμενη επιτυχία, εφόσον η επιτυχία αυτή ενέπνευσε πολλές άλλες λύσεις με τη μορφή «μαγικής συνταγής» οι οποίες περισσότερο υποβαθμίζουν παρά βελτιώνουν τις συνθήκες υγείας των χωρών. Ο Καθηγητής Banerji έχει αναφερθεί εκτενώς στη ζημιά που έχει προκληθεί από τέτοιου είδους παρεμβάσεις (Banerji, 1990, 1996 & 1999). Η πίεση από τους χρηματοδοτικούς φορείς στην κατεύθυνση της επίλυσης συγκεκριμένων ασθενειών-προβλημάτων είναι τόσο καταιγιστική, ώστε οι περισσότερες κυβερνήσεις υποχωρούν και αποδέχονται προγράμματα που έχουν δραματικές επιπτώσεις στις υπηρεσίες υγείας των χωρών τους. Εξάλλου, μια παρόμοια κατάσταση επικρατεί σήμερα στις Η.Π.Α., όπου η καμπάνια για το εμβόλιο της ευλογιάς (τμήμα της έντονα πολιτικής εκστρατείας της διακυβέρνησης Bush ενάντια στη βιο-τρομοκρατία) αποδυναμώνει σημαντικά τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας της χώρας, οι οποίες υποχρεώνονται να μεταφέρουν κονδύλια σε αυτήν την εκστρατεία. Όπως το έχει θέσει τόσο εύστοχα ο Cohen στο Boston Globe, «αντιμετωπίζουμε μια συνταρακτική μετατόπιση προτεραιοτήτων η οποία έχει αναστατώσει της δημόσιες υπηρεσίες υγείας σε όλη τη χώρα».  Για παράδειγμα, τα προγράμματα αγωγής υγείας στα σχολεία έχουν δραματικά μειωθεί, ενώ τα προγράμματα για την ενημέρωση από την απειλή του άνθρακα (μόνο 5 άνθρωποι έχουν πεθάνει από επιθέσεις με άνθρακα) έχουν λάβει δισεκατομμύρια δολάρια.

Τέλος, υπάρχει η τάση να αναπαράγονται διαρκώς στις αναπτυσσόμενες χώρες οι προτεραιότητες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, αγνοώντας σημαντικά προβλήματα, όπως είναι ο λιμός, που συνεχίζουν να είναι τα κυρίαρχα στο σύγχρονο κόσμο.

Οι ρίζες του προβλήματος

Θα ήταν εσφαλμένο, βέβαια, να ρίξουμε όλο το φταίξιμο στις χώρες του Βορρά. Τα καθεστώτα των αναπτυσσόμενων χωρών έχουν μεγάλο μερίδιο της ευθύνης. Συχνά λησμονείται ότι η υπανάπτυξη θεμελιώνεται όχι μόνο στις διεθνείς σχέσεις εξουσίας αλλά και στις σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες – δηλαδή, τις ταξικές και άλλες εξουσιαστικές σχέσεις σε αυτές τις χώρες. Είχα το μεγάλο προνόμιο να υπάρξω σύμβουλος σε θέματα υγείας της κυβέρνησης Αλιέντε στη Χιλή. Και το φασιστικό πραξικόπημα στη Χιλή, το οποίο διέκοψε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην υγεία, στην κοινωνία και στην οικονομία, δεν ήταν μόνο επιβολή μιας στρατιωτικής δικτατορίας από το Βορρά (τις Η.Π.Α.) στο Νότο (στη Χιλή). Πιο ορθά, ήταν οι κυρίαρχες τάξεις και οι ένοπλες δυνάμεις της Χιλής που σταμάτησαν τις μεταρρυθμίσεις, με την αρωγή όχι των Η.Π.Α., αλλά της κυβέρνησής τους (της οποίας ο πρόεδρος, Richard Nixon, ήταν εξαιρετικά απεχθής στις Η.Π.Α.). Η φαρμακευτική βιομηχανία, η οποία ήταν αντίθετη με τη μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Αλιέντε στον τομέα της υγείας, παρείχε τη χρηματοδοτική υποστήριξη. Οι ρίζες του προβλήματος, επομένως, ήταν οι κυρίαρχες τάξεις στη Χιλή, οι οποίες σταμάτησαν αυτές τις μεταρρυθμίσεις (με την αρωγή της κυβέρνησης των Η.Π.Α. και των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων του Βορρά). Αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί: οι ρίζες του προβλήματος εντοπίζονται στις ίδιες τις αναπτυσσόμενες χώρες -στον τρόπο που οι ταξικές σχέσεις εδράζονται και ελέγχουν τις κυβερνήσεις, με την υποστήριξη των κυβερνήσεων του Βορρά, που και αυτές με τη σειρά τους επηρεάζονται από τις δικές τους, εγχώριες κυρίαρχες τάξεις και τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα.

Η λύση, επομένως, δεν μπορεί να είναι η αντικατάσταση των συμβούλων, ακαδημαϊκών ή δημοσίων λειτουργών σε διεθνείς υπηρεσίες από τους αντίστοιχους που προέρχονται από το Νότο. Έχουμε δει επαγγελματίες από τις αναπτυσσόμενες χώρες να διευθύνουν διεθνείς υπηρεσίες, οι οποίοι, ενώ υιοθετούσαν μια ριζοσπαστική ρητορεία, δεν συμπεριφέρθηκαν πολύ διαφορετικά στην πράξη. Μερικές φορές, έπραξαν πολύ χειρότερα.

Η ανάγκη για αλλαγή

Σε αντίθεση με μια συχνή αντίληψη, οι λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στον κόσμο δεν είναι δύσκολες από την επιστημονική πλευρά. Αναλύοντας τα δεδομένα, θα μπορούσαμε εύκολα να βρούμε τις λύσεις: να ενδυναμώσουμε τους κυριαρχούμενους πληθυσμούς -τα λαϊκά στρώματα (τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο)- και να κάνουμε τις κυβερνήσεις να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους. Έχουμε αρκετή εμπειρία για να γνωρίζουμε πώς γίνεται αυτό. Και μέσα σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων στον κόσμο, η Π.Ο.Υ. θα μπορούσε να είναι ένας οργανισμός που παρέχει υποστήριξη σε αυτή την ενδυνάμωση. Μέρος της υποστήριξης θα μπορούσε να είναι η κριτική και η καταγγελία των κυρίαρχων ομάδων και τάξεων (και στο Βορρά και στο Νότο), οι οποίες μέσω της επιρροής που ακούν στις κυβερνήσεις αναπαράγουν τα συμφέροντά τους. Έχουμε παρατηρήσει σε πολλές περιστάσεις την Π.Ο.Υ. να αποτυγχάνει να σταθεί στο ύψος της απέναντι σε ισχυρές κυβερνήσεις και συμφέροντα, των οποίων οι πρακτικές παρεμβαίνουν στην υγεία των λαών.

Ενώ η λύση φαίνεται εύκολη, η εφαρμογή της στο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας σε Βορρά και Νότο είναι πράγματι πολύ δύσκολη. Δύσκολη, όμως, δε σημαίνει αδύνατη. Μερικές φορές, πιο σημαντική από την ταχύτητα της αλλαγής είναι η κατεύθυνση της αλλαγής. Και μία κατεύθυνση είναι να επαναφέρουμε αρχές και πρακτικές που έχουν αποδείξει την αξία τους. Σε αυτή την τροχιά, μπορούμε να πάρουμε κατευθύνσεις από την εξαίρετη φιλοσοφία που διατρέχει το Καταστατικό της Π.Ο.Υ. Ας μην ξεχνάμε ότι η Π.Ο.Υ. ιδρύθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα νικηφόρο πόλεμο ενάντια στο φασισμό και στο Ναζισμό. Εκείνος ο πόλεμος έγινε για έναν καλύτερο κόσμο και οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο επιθυμούσαν μια υγιή ζωή για τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε το Καταστατικό της Π.Ο.Υ.- σχεδιασμένο, συμπτωματικά, από επαγγελματίες δημόσιας υγείας όπως ο Karl Ewang από τη Νορβηγία, ο John Brotherston από τη Σκωτία, ο Serg Stampa της Γιουγκοσλαβίας και άλλους τους οποίους είχα την τιμή να γνωρίσω. Ο Karl και ο John ήταν οι δάσκαλοί μου στα πρώτα μου χρόνια.

Το Καταστατικό της Π.Ο.Υ. πρέπει να καθοδηγεί το έργο μας. Κάποιοι συντηρητικοί και φιλελεύθεροι σχολίασαν ότι αυτό το κείμενο είναι πλέον πολύ παλιό• αλλά κάτι μπορεί να είναι παλιό χωρίς να έχει απαρχαιωθεί. Ο νόμος της βαρύτητας είναι πολύ παλιός, αλλά όχι απαρχαιωμένος. Και αν αμφιβάλλετε γι’ αυτό, πηδήξτε από τον τέταρτο όροφο.

Άλλα κείμενα που εξακολουθούν να παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα είναι η αναφορά Willy Brandt και η διακήρυξη Alma-Ata. Είναι τόσο επείγοντα, αναγκαία και πολύτιμα σήμερα όσο και όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά. Η διακήρυξη Alma–Ata ήταν ένα πολύ θετικό βήμα (το αποτέλεσμα ενός πολύ διαφορετικού πολιτικού πλαισίου) στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες σε παγκόσμιο επίπεδο – αν και τώρα πλέον, σίγουρα, θα έπρεπε να επικαιροποιηθεί. Αλλά η φιλοσοφία που διατρέχει τη διακήρυξη είναι ακόμα πολύ συναφής. Πρέπει να επαναφέρουμε αυτήν την ολιστική, αναλυτική προσέγγιση της υγείας, σύμφωνα με την οποία η αξία μιας οικονομικής πολιτικής δεν αποτιμάται από τη συνεισφορά της στην οικονομική μεγέθυνση, αλλά μάλλον το αντίθετο: η αξία μιας οικονομικής πολιτικής αποτιμάται πρωταρχικά ή αποκλειστικά από την επίπτωσή της στην υγεία και στην ευημερία των ανθρώπων.   

Μερικές λύσεις: μια επιλογή στον τομέα της υγείας που να ενδυναμώνει τον πληθυσμό, διευκολύνοντας την ενεργό συμμετοχή του στη διαμόρφωση της κοινωνίας στην οποία μετέχει• ένα σύστημα υγείας, στο οποίο οι πόροι να διανέμονται σύμφωνα με τις ανάγκες και τα κονδύλια να συγκεντρώνονται με βάση τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να συνεισφέρει• ένα σύστημα υγείας συνδεδεμένο με πολιτικές αναδιανομής στο εσωτερικό μιας χώρας, αλλά και μεταξύ των χωρών –συνοδευόμενο από πολιτικές πλήρους απασχόλησης, οι οποίες να διασφαλίζουν ότι οι ενήλικες έχουν το δικαίωμα σε ικανοποιητική εργασία σ’ ένα φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα παραγωγής και διανομής που καθοδηγείται από δημόσιες παρεμβάσεις και ρυθμίσεις. Η τεράστια απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις λύσεις (όλες τους εύκολα πραγματοποιήσιμες) και στη δυνατότητα να τις πραγματώσουμε, μας δείχνει πολλά σε σχέση με τις πολιτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε ακόμα.

Υπάρχουν, εντούτοις, θετικά σημεία που καταδεικνύουν ότι η απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και στο εφικτό μπορεί να μειωθεί. Έχουμε δει το πανίσχυρο Δ.Ν.Τ., την Παγκόσμια Τράπεζα, και τον Π.Ο.Ε. να μπαίνουν σε θέση άμυνας από το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Πιστεύω ότι αυτό το κίνημα δεν θα σταματήσει. Πρέπει, επίσης, να βάλουμε την Π.Ο.Υ., ακόμα και το U.N.D.P., σε αμυντική θέση, αφού γίνονται μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Δείτε, για παράδειγμα, την πρόσφατη Αναφορά Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών  στην οποία, για ακόμα μία φορά, υπάρχει μία σαφής αντίφαση ανάμεσα στην σκανδαλώδη κατάσταση που περιγράφει ότι επικρατεί στον κόσμο και στις πολύ ήπιες λύσεις που υποστηρίζει –τόσο υπερβολικά ήπιες που δε θίγονται τα κυρίαρχα συμφέροντα που διαμορφώνουν τις διεθνείς και εθνικές πολιτικές, οι οποίες ευθύνονται για την κατάσταση που περιγράφει η ίδια η αναφορά. Αν διαβάσετε την αναφορά, δε θα βρείτε ούτε μία αναφορά στον όρο «εκμετάλλευση» ή μία σύσταση για την αναδιανομή των πόρων στο εσωτερικό και μεταξύ των χωρών. Αρκετά αξιοθαύμαστο!

Μια τελική παρατήρηση για τη σχέση Βορρά-Νότου

Αν και θεωρώ ότι η σχέση Βορρά-Νότου πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων (για παράδειγμα η διμερής βοήθεια πρέπει να αντικατασταθεί από πολυμερή, διεθνή μεταφορά πόρων) ακόμα πιστεύω ότι τα ακαδημαϊκά ινστιτούτα του Βορρά μπορούν να βοηθήσουν. Έχουν ένα πλούτο γνώσης και πρακτικών που μπορεί να γίνουν πολύ χρήσιμα, αν μεταδοθούν. Είναι όμως ουσιώδες ότι η επιστημονική γνώση φέρει το όραμα και τις αξίες των επιστημονικών ιδρυμάτων των χωρών στις οποίες εδράζεται• αυτό το όραμα και αυτές οι αξίες μπορούν να είναι επιζήμια για τους πληθυσμούς των αναπτυσσόμενων χωρών. Άλλωστε, υπάρχει μια διάχυτη αδυναμία να αποδεχτούμε την υπερβολική εξάρτηση των αμερικανικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων από τα κεφάλαια και τα συμφέροντα των εταιριών που διαμορφώνουν και καθορίζουν την έρευνα και συντηρούν τις πολιτικές των ηγετικών πανεπιστημίων της χώρας και αυτή η εξάρτηση αποτρέπει κάθε δυνατότητα για τη δημιουργία ενός κριτικού ακαδημαϊκού λόγου απέναντι στο κατεστημένο των Η.Π.Α. Οι Ευρωπαίοι αγνοούν τους υπερβολικούς περιορισμούς στις ακαδημαϊκές ελευθερίες μέσα στα αμερικανικά πανεπιστήμια.  Η έρευνα στοχεύει στις ανάγκες του κατεστημένου των Η.Π.Α., αναπαράγοντας τις αξίες και τη δημόσια συζήτηση που αυτό επιβάλλει.

Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι πάρα πολλές. Μπορεί να έχετε προσέξει, για παράδειγμα, πώς υπό την τρέχουσα διακυβέρνηση Bush, η φράση «ανισότητες στην υγεία» έχει αντικατασταθεί από τον υποτιθέμενα λιγότερο συγκρουσιακό όρο «διαφορές στην υγεία», και ο όρος «πείνα» από τον όρο «έλλειμμα βάρους». Και, ως συνήθως, αυτός ο λόγος έχει γίνει τώρα της μόδας, μαζί με όρους όπως «κοινωνικό κεφάλαιο», «ανθρώπινο κεφάλαιο», όρους-κλειδιά στο δημόσιο διάλογο σε βαθμό ασύλληπτο. Σε πρόσφατη αναφορά της Π.Ο.Υ. (2003), για παράδειγμα, το «έλλειμμα βάρους» («underweight») ορίζεται ως το πιο σημαντικό πρόβλημα στον κόσμο σήμερα –θαρρείς και το πρόβλημα της πείνας και του λιμού είναι απλώς ζητήματα βάρους.

Δεν επιθυμώ, βέβαια, να υπονοήσω ότι η γνώση που παράγεται από τα ηγετικά ακαδημαϊκά ινστιτούτα των Η.Π.Α. είναι όλη επιζήμια. Τουναντίον. Αλλά αυτή η γνώση πρέπει να διοχετευτεί μέσω πολυμερών, διεθνών συμφωνιών και ιδρυμάτων ώστε να ελεγχθεί η εφαρμογή της.

Επίσης, ο «Βορράς» και ο «Νότος» πρέπει να επαναπροσδιοριστούν ώστε να ενθαρρύνονται οι σχέσεις ανάμεσα στις υποτελείς τάξεις και του Βορρά και του Νότου. Είχα το μεγάλο προνόμιο να με προσκαλέσει το εργατικό συνδικάτο AFL-CIO στο Σηάτλ, όπου άρχισε το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Το κίνημα δεν ήταν ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, αλλά ορθότερα ενάντια στην επιβολή από τον Π.Ο.Ε. νεοφιλελεύθερων κριτηρίων ώστε να κατευθύνει τη διαδικασία. Σε αυτό το κίνημα, εργατικά συνδικάτα, οικολογικά κινήματα και άλλα κοινωνικά κινήματα από το Βορρά και το Νότο, ενεργοποιήθηκαν μαζί ενάντια στους νεοφιλελεύθερους κανόνες του Π.Ο.Ε. Η Π.Ο.Υ. και τα ιδρύματα πρέπει να διευκολύνουν αυτά τα διεθνή δίκτυα, προσφέροντας πόρους ή/και υποστήριξη. Ας μην ξεχνάμε ότι η Π.Ο.Υ. είναι ένας άμβωνας που συνεχώς μεταδίδει μηνύματα. Θα ήταν καλό αν η Π.Ο.Υ. μπορούσε να προωθήσει μηνύματα που υποστηρίζουν τέτοια κινήματα, ακόμα και αν αυτή η υποστήριξη δεν είναι ευπρόσδεκτη από τα κατεστημένα του Βορρά και του Νότου. Άλλωστε, η δυσαρέσκεια των κατεστημένων αυτών μπορεί να είναι δείκτης ότι η Π.Ο.Υ. είναι στη σωστή κατεύθυνση.

Τελικά, η Π.Ο.Υ. πρέπει να απαιτήσει από κάθε χώρα, ως προϋπόθεση για την ένταξή της ως μέλος, να παρέχει πληροφορίες σε σχέση με την υγεία και να αποδεικνύει ότι σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα στην υγεία. Ακόμη θα πρέπει να καταγγέλλει τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Η.Π.Α., που δεν συμμορφώνονται με το καταστατικό της Οργάνωσης. Σπάνια η Π.Ο.Υ. το κάνει αυτό, αλλά πρέπει να το κάνει.

Γνωρίζω ότι αυτή η παρουσίαση είναι μόνο μία σύντομη αδρή περιγραφή μιας ανάλυσης που θα έπρεπε να εμπλουτιστεί με τις αποχρώσεις κάθε περίπτωσης και επιμέρους συνθήκης. Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι φαίνεται, και, συνεπώς, όλες οι περιλήψεις μπορεί να φαίνονται πολύ απλές. Αλλά όπως ένας δάσκαλός μου, ο Gunnar Myrdal, μου είπε πολλά χρόνια πριν, «Το να είσαι απλός δε σημαίνει ότι είσαι απλοϊκός. Στη πορεία του έργου σου θα ανακαλύψεις ότι πίσω από καθετί που φαίνεται πολύπλοκο και δύσκολο να καταλάβεις υπάρχουν σχετικά απλές πραγματικότητες, εύκολες στη σύλληψη αρκεί να τις προσέξεις». Τα 40 χρόνια δουλειάς μου σε ζητήματα ανάπτυξης και υπανάπτυξης έχουν επαληθεύσει απόλυτα το δάσκαλό μου. Αυτό προσπάθησα να κάνω και σήμερα-να εστιάσω στις υποκείμενες πραγματικότητες με στόχο να τις αλλάξουμε.

 

 ____________________

Σημειώσεις:

1.  Πρβλ. The Social Policy Program, Paper No. 34. Johns Hopkins University, 2003.
2.  Βλ. σχετικά και Π.Ο.Υ., 2000.
3.  Μία κριτική σ’ αυτό το κείμενο περιλαμβάνεται στο: Navarro, V. (2000). Assessment of the World Health Report 2000. Lancet 356: 1598–1601.
4.  Ο όρος HMO σημαίνει Health Managed Organization, και αναφέρεται σε έναν τύπο Οργανισμού Ρυθμισμένης Πρόνοιας (Managed Care Organization-MCO), που παρέχει ασφάλιση υγείας μέσω ενός δικτύου νοσοκομείων, ιατρών και προμηθευτών με τους οποίους ο HMO έχει συμβόλαιο. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε το http://en.wikipedia.org/wiki/Health_maintenance_organization και να διαβάσετε τους τρόπους λειτουργίας, το ιστορικό και τα είδη τέτοιων οργανισμών.    
5.  Βλ. Σχετικά: International Attitudes Towards the U.S., June 2003.
6.  Boston Globe, July 29, 2003.
7.  Jeffrey, S. (2002). United Nations Development Program. Human Development Report 2002. Oxford University Press, New York.
8.  Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας παραπέμπει σε αντίστοιχο άρθρο του με τίτλο: «Οι Πολιτικές της Έρευνας για την Ανισότητα στην Υγεία στις Η.Π.Α.», δημοσιευμένο στο ίδιο τεύχος του περιοδικού, σελ.: 87.

 

 ____________________

Βιβλιογραφία:

Banerji, D. (2002). Report of the WHO Commission on Macroeconomics and Health: A critique. Int. J. Health Serv. 32: 733–754.+
Banerji, D. (1999). A fundamental shift in the approach to international health by WHO, UNICEF, and the World Bank. Int. J. Health Serv. 29: 227–259.
Banerji, D. (1996). Serious Implications of the Proposed Revised National Tuberculosis Control Programme for India. Voluntary Health Association of India and the Nucleus for Health Policies and Programmes, New Delhi.
Banerji, D. (1990). Crash of the immunization program: Consequences of a totalitarian approach. Int. J. Health Serv. 20: 501–510.
Boston Globe, July 29, 2003.
Black, R. E., Morris, S. S. & Bryce, T. (2003). Where and why are 10 million children dying every year? Lancet 361: 2226–2233.
Drèze, J., Sen, A. & Hussain, A. (1995). The Political Economy of Hunger. Oxford Univer¬sity Press, Oxford.
Ignatieff, M. (2002). Nation-building lite. New York Times Magazine, July 28. 
Musgrove, P. (2003). Judging health systems: Reflections on WHO’s methods. Lancet 361: 1817–1820.
Navarro, V. (ed.) (2002). The Political Economy of Social Inequalities: Consequences for Health and Quality of Life. Baywood. Amityville, N.Y.
Navarro, V. (2000). Assessment of the World Health Report 2000. Lancet 356: 1598–1601. 
Pew Foundation. International Attitudes Towards the U.S. June 2003.
The Malnutrition Problem in Bangladesh. The Social Policy Program, Paper No. 34. Johns Hopkins University, Baltimore, 2003.
World Health Organization. World Health Report 2000: Health System—Improving Performance. Geneva, 2000.
World Health Organization. Report on World Wide Priorities. Geneva, 2003.
World Health Organization. Report of the Commission on Macroeconomics and Health: Macroeconomics and Health—Investing in Health for Economic Develop¬ment. Geneva, 2001.
Waitzkin, H. (2003). Report of the WHO Commission on Macroeconomics and Health: A summary and critique. Lancet 361: 523–526.
United Nations Development Program. Human Development Report 2002. Oxford University Press, New York, 2002.
Yong Kim, T., et al. (2000). Dying for Growth: Global Inequality and the Health of the Poor. Common Courage Press, Monroe, Maine.